sich bemühen
 

πολεμώ Verb
(0)
αγωνίζομαι Verb
(0)
πασχίζω Verb
(0)
ενεργώ Verb
(0)
κοπιάζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Noch keine Beispielsätze.
Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πολεμάω, πολεμώπολεμάμε, πολεμούμεπολεμιέμαιπολεμιόμαστε
πολεμάςπολεμάτεπολεμιέσαιπολεμιέστε, πολεμιόσαστε
πολεμάει, πολεμάπολεμάν(ε), πολεμούν(ε)πολεμιέταιπολεμιούνται, πολεμιόνται
Imper
fekt
πολεμούσα, πολέμαγαπολεμούσαμε, πολεμάγαμεπολεμιόμουν(α)πολεμιόμαστε, πολεμιόμασταν
πολεμούσες, πολέμαγεςπολεμούσατε, πολεμάγατεπολεμιόσουν(α)πολεμιόσαστε, πολεμιόσασταν
πολεμούσε, πολέμαγεπολεμούσαν(ε), πολέμαγαν, πολεμάγανεπολεμιόταν(ε)πολεμιόνταν(ε), πολεμιούνταν, πολεμιόντουσαν
Aoristπολέμησαπολεμήσαμεπολεμήθηκαπολεμηθήκαμε
πολέμησεςπολεμήσατεπολεμήθηκεςπολεμηθήκατε
πολέμησεπολέμησαν, πολεμήσαν(ε)πολεμήθηκεπολεμήθηκαν, πολεμηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πολεμήσειέχουμε πολεμήσειέχω πολεμηθείέχουμε πολεμηθεί
έχεις πολεμήσειέχετε πολεμήσειέχεις πολεμηθείέχετε πολεμηθεί
έχει πολεμήσειέχουν πολεμήσειέχει πολεμηθείέχουν πολεμηθεί
Plu
perf
ekt
είχα πολεμήσειείχαμε πολεμήσειείχα πολεμηθείείχαμε πολεμηθεί
είχες πολεμήσειείχατε πολεμήσειείχες πολεμηθείείχατε πολεμηθεί
είχε πολεμήσειείχαν πολεμήσειείχε πολεμηθείείχαν πολεμηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πολεμάω, θα πολεμώθα πολεμάμε, θα πολεμούμεθα πολεμιέμαιθα πολεμιόμαστε
θα πολεμάςθα πολεμάτεθα πολεμιέσαιθα πολεμιέστε, θα πολεμιόσαστε
θα πολεμάει, θα πολεμάθα πολεμάν(ε), θα πολεμούν(ε)θα πολεμιέταιθα πολεμιούνται, θα πολεμιόνται
Fut
ur
θα πολεμήσωθα πολεμήσουμε, θα πολεμήσομεθα πολεμηθώθα πολεμηθούμε
θα πολεμήσειςθα πολεμήσετεθα πολεμηθείςθα πολεμηθείτε
θα πολεμήσειθα πολεμήσουν(ε)θα πολεμηθείθα πολεμηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πολεμήσειθα έχουμε πολεμήσειθα έχω πολεμηθείθα έχουμε πολεμηθεί
θα έχεις πολεμήσειθα έχετε πολεμήσειθα έχεις πολεμηθείθα έχετε πολεμηθεί
θα έχει πολεμήσειθα έχουν πολεμήσειθα έχει πολεμηθείθα έχουν πολεμηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πολεμάω, να πολεμώνα πολεμάμε, να πολεμούμενα πολεμιέμαινα πολεμιόμαστε
να πολεμάςνα πολεμάτενα πολεμιέσαινα πολεμιέστε, να πολεμιόσαστε
να πολεμάει, να πολεμάνα πολεμάν(ε), να πολεμούν(ε)να πολεμιέταινα πολεμιούνται, να πολεμιόνται
Aoristνα πολεμήσωνα πολεμήσουμε, να πολεμήσομενα πολεμηθώνα πολεμηθούμε
να πολεμήσειςνα πολεμήσετενα πολεμηθείςνα πολεμηθείτε
να πολεμήσεινα πολεμήσουν(ε)να πολεμηθείνα πολεμηθούν(ε)
Perfνα έχω πολεμήσεινα έχουμε πολεμήσεινα έχω πολεμηθείνα έχουμε πολεμηθεί
να έχεις πολεμήσεινα έχετε πολεμήσεινα έχεις πολεμηθείνα έχετε πολεμηθεί
να έχει πολεμήσεινα έχουν πολεμήσεινα έχει πολεμηθείνα έχουν πολεμηθεί
Imper
ativ
Presπολέμα, πολέμαγεπολεμάτεπολεμιέστε
Aoristπολέμησε, πολέμαπολεμήστεπολεμήσουπολεμηθείτε
Part
izip
Presπολεμώντας
Perfέχοντας πολεμήσει
InfinAoristπολεμήσειπολεμηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback